Ντανιέλα
Μάρτιος, 1990.
Ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο. Στο κέντρο του ένα μικρό παιδί, περί τα πέντε, με σκυμμένο το κεφάλι, ευχόταν εκείνη τη στιγμή να άνοιγε η γή να τον καταπιεί.
Ο μικρός Στράτος δεν ήταν ποτέ ένα παιδί που περνούσε απαρατήρητο. Η γλύκα του και η παρουσία του φώτιζαν τον χώρο, από τότε που γεννήθηκε.
Πάντα χαμογελαστός και πρόσχαρος.
Όταν δεν ήταν μόνος στο σπίτι.
Σε εκείνο το σπίτι, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ευχόταν να μην έκλειναν τα δικά του αυτιά από τις φωνές. Ευχόταν να άνοιγαν τα δικά της.
- «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ρε παιδάκι μου δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορείς να χτυπάς έτσι τα παιδιά. Είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά.»
- «Μα μαμά... είχα λόγο - »
- «Κανένας λόγος δεν υπάρχει για να χτυπάς άλλα παιδιά, το καταλαβαίνεις; »
Η μητέρα του ήταν έξαλλη.
Δεν ήταν αυτός ο τρόπος με τον οποίο ήθελε να μεγαλώσει ο γιός της.
Μα ήταν πράγματα αυτά; Nα γίνεται αντικείμενο συζήτησης απο άλλες μαμάδες και μετά να λένε ότι «η Μαρία δεν μεγαλώνει σωστά τα παιδιά της»;
Όχι.
Αυτό θα τελείωνε εκείνη την στιγμή.
Ο μικρός είχε παραδώσει τα όπλα. Άκουγε φωνές, αλλά δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Η σκέψη του πλέον ταξίδευε στα γεγονότα εκείνου του πρωινού.
Στο σχολείο του.
Το νηπιαγωγείο του Μενιδίου βρισκόταν δυο βήματα από το σπίτι τους, στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Οι τοίχοι είχαν ξεφτίσει, το χαλίκι στο προαύλιο κατέληγε συχνά σε τσέπες, χούφτες και μικρούς πετροπόλεμους, ένας όροφος των κτιρίων ήταν κλειστός. Τα δύο μικρά οικήματα που στέγαζαν τις τάξεις είχαν ξύλινες πόρτες, βαμμένες με ένα φτηνό καφέ σκούρο χρώμα περασμένο στο κατόπιν με βερνίκι για να καλύψει τις ξύλινες ρωγμές. Τα παντζούρια ήταν από αυτά τα παλιά που έβλεπες σε παλιά παραδοσιακά κτίρια.
Ο Στράτος ποτέ δεν το αναγνώρισε για σχολείο, παρά για εγκαταλελειμμένο σπίτι που κάποιος αποφάσισε να το γεμίσει με παιδιά. Ίσως για να τα φάει κάποια μέρα. Κάπως έτσι ξεκινάνε μερικά παραμύθια τρόμου, είχε σκεφτεί κάποτε ο μικρούλης.
Το σχολείο αυτό δεν ήταν επ'ουδενί μέρος που κάποιος θα έστελνε το παιδί του σαν πρώτη επιλογή. Αλλά η μικρή απόσταση που είχε από το σπίτι του, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο χρόνο της μητέρας του, δεν άφησε πολλά περιθώρια.
Ο Στράτος ένιωθε πως δεν έμοιαζε με τα άλλα παιδιά. Δεν ήξερε να το εξηγήσει. Άκουγε άλλα ονόματα, άλλες φωνές, γονείς που μιλούσαν μεταξύ τους σε γλώσσες που δεν καταλάβαινε, παρέες που είχαν σχηματιστεί πριν καν εκείνος προλάβει να μπει στο προαύλιο. Δεν ήξερε αν ήταν το χρώμα του, το σπίτι του, η μάνα του, ή απλώς εκείνη η αίσθηση πως όλοι είχαν κάπου να μιλήσουν κι εκείνος όχι.
Δεν είχε κάποιον άλλον να μπορεί να παίζει. Πολλές φορές είχε κλάψει για αυτό. Όχι μπροστά σε άλλους. Αλλά στο κρεβάτι λίγο πριν κοιμηθεί, όταν τρυπώνουν στο μυαλό σου σκέψεις που δεν είχες καταλάβει πόσο σε ταλαιπωρούσαν.
Εκείνη τη μέρα όμως, δεν θα στεναχωριόταν για τη μοναξιά του, αλλά για το ότι κανείς δεν τον άφηνε να εξηγήσει.
- «Αύριο θα ζητήσεις συγγνώμη από εκείνο το παιδί.» απαίτησε φωναχτά η μητέρα του.
- «Όχι.»
- «Του πέταξες κεραμίδι στο κεφάλι!»
- «Κι αυτός σε μένα!»
- «Ναι αλλά εσύ τον πέτυχες!»
Εκείνη την ώρα, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί, ο Στράτος άρχισε να δακρύζει. Αυτό το "γιατί" - που ήταν δυσνόητο για ένα μικρό παιδί - θα το καταλάβαινε μόνο με τα χρόνια.
- «Συγγνώμη δεν θα ζητήσω ποτέ.»
Το παιδί που είχε δεχτεί το κεραμίδι στο κεφάλι ήταν ο Λούις. Ο Στράτος δεν τον γούσταρε καθόλου. Έσπρωχνε τα άλλα παιδιά, τους έπαιρνε την μπάλα και την πετούσε στον δρόμο... όλοι φοβούνταν τον Λούις και την παρέα του, που απαρτιζόταν από πιτσιρίκια σαν κι εκείνον.
Όλοι, εκτός από τον Στράτο.
Όχι, δεν μπορούσε να τον φοβηθεί. Κι ας άκουγε παιδιά να τον αποφεύγουν και να φροντίζουν να παίζουν μακριά του - εκείνος τον φόβο αυτό δεν μπορούσε να τον κατανοήσει. Το καλό ήταν ότι ο Λούις δεν είχε τύχει να ασχοληθεί ποτέ με τον Στράτο. Σαν μία άτυπη συμφωνία κυρίων: "Εσύ δεν με πειράζεις, εγώ δεν ασχολούμαι."
Όμως, εκείνη την μέρα, ο Λούις πείραξε την Ντανιέλα.
Την Ντανιέλα.
Ε όχι την Ντανιέλα ρε φίλε. Ποτέ την Ντανιέλα.
Γιατί η Ντανιέλα ήταν όμορφη. Γιατί η Ντανιέλα του μιλούσε, του χαμογελούσε. Την πρώτη μέρα στο σχολείο, ο Στράτος ήταν στο προαύλιο μόνος του, προσπαθώντας να καταλάβει γιατί δεν του μιλούσε κανείς. Απρόσμενα, εκείνη τον πλησίασε, στάθηκε μπροστά του και έκοψε ένα κομμάτι από το κέικ που κρατούσε στα δύο. Τον τράβηξε από το χέρι σε ένα παγκάκι, και έκατσαν και έφαγαν μαζί. Δεν μίλησαν. Δεν χρειαζόταν.
Κανένας δεν είχε κάνει τίποτα τέτοιο για εκείνον.
Ούτε μέχρι τότε, ούτε έκτοτε.
Το κράτησε αυτό μέσα του τους μήνες που πέρασαν.
Εκείνο το πρωί, είδε την Ντανιέλα να κλαίει απαρηγόρητη, με την δασκάλα να είναι δίπλα της και να εξετάζει τα μαλλιά της. Κάποιος είχε πάρει περιττώματα γάτας και τα είχε κολλήσει στα μαλλιά της χωρίς εκείνη να το καταλάβει. Η δασκάλα το απέδωσε σε κάποιο ατύχημα, καθώς σε αυτό το σχολείο υπήρχαν αρκετές ανεπιτήρητες γωνίες όπου ζώα έκαναν την ανάγκη τους, και πολλά απρόσεκτα παιδιά.
Ο Στράτος, όμως, το απέδωσε στον Λούις.
Δεν χρειάστηκε μαρτυρία, αλλά απλή λογική. Τον είχε δει λίγη ώρα πριν να παίζει με ένα ξυλάκι από μακριά και να κάνει πλάκα στους φίλους του ότι θα τους αγγίξει με αυτό. Και εκείνη την στιγμή που η Ντανιέλα πλάνταζε στο κλάμα, ήταν ο μόνος που γελούσε δείχνοντάς την με το δάχτυλο στους φίλους του.
Κανένας δεν ασχολήθηκε παραπάνω με τη Ντανιέλα. Κανένας δεν ήθελε να το ψάξει.
Κανένας, εκτός από τον Στράτο.
Το διάλειμμα έφτασε. Ο Λούις ήταν μαζί με άλλους δύο φίλους του και γελούσαν κάνοντας μορφασμούς μεταξύ τους, σε μία γωνία στην άκρη του προαυλίου. Δίπλα στην παρέα υπήρχε ένας μικρός σωρός από κεραμίδια, απομεινάρια κάποιου ασυνείδητου μάστορα και σχολικής αδιαφορίας που έκανε επισκευές στο ένα από τα δύο ετοιμόρροπα κτίρια του σχολείου.
Ο Στράτος έριξε μία ματιά στην Ντανιέλα. Κλαμένη ακόμα, περίμενε την μαμά της δίπλα στην δασκάλα που προσπαθούσε να την παρηγορήσει. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Για μία στιγμή, του φάνηκε πως σταμάτησε να κλαίει, και προσπάθησε να του χαμογελάσει.
Τότε τον ένιωσε τόσο πολύ για πρώτη φορά στην ζωή του.
Θυμός.
Έστρεψε το κεφάλι στον Λούις. Έτρεξε καταπάνω του. Με φόρα έπεσε στο στήθος του με τα δύο του χέρια, και ο Λούις παραπάτησε και έχασε την ισορροπία του.
«Εσύ το έκανες! Εσύ της λέρωσες τα μαλλιά!» του φώναξε, με τους φίλους του Λούις να τον κοιτάνε σαστισμένοι ξαπλωμένο κάτω.
«Χαχά! Και σένα τι σε νοιάζει ρε;» του απάντησε, και σηκώθηκε. «Την αγαπάς; Ε, ο Στράτος αγαπάει την Ντανιέλα, ο Στράτος την αγαπάει! Του πειράξαμε την γκόμενα!» είπε και γελούσε δυνατά για να τον ακούσουν και οι άλλοι.
«Εσύ το έκανες!» ούρλιαξε για άλλη μία φορά ο Στράτος, και έριξε τον Λούις ξανά κάτω. Κοίταξε για λίγο πίσω του, η δασκάλα δεν είχε πάρει χαμπάρι, ήταν απορροφημένη στην Ντανιέλα.
Γύρισε το σώμα του προς εκείνη. Ήθελε να πάει κοντά της, να πει στην δασκάλα τι είχε συμβεί. Ξεκίνησε να κάνει μερικά βήματα.
Ξαφνικά, ένα κεραμίδι πέρασε ξυστά από το κεφάλι του και προσγειώθηκε δίπλα του. Το έπιασε. Γύρισε πίσω του. Είδε τον Λούις να ετοιμάζεται να σηκώσει και άλλο. Δεν έχασε καιρό. Κρατώντας το κεραμίδι στα χέρια του, έτρεξε προς το μέρος του με μεγάλη ταχύτητα. Ο Λούις δεν πρόλαβε να δει πολλά. Μόνο τον Στράτο να πηδάει πάνω του κρατώντας το κεραμίδι, και να το προσγειώνει λίγο πιο δεξιά από το μέτωπό του.
Ένα ουρλιαχτό.
Λίγο αίμα. Όχι πολύ. Αλλά αρκετό για να καταλάβει τι είχε κάνει.
Για να καταλάβει πόσο το είχε ευχαριστηθεί.
Τα υπόλοιπα που έγιναν αμέσως μετά λίγο τον ένοιαξαν. Οι φωνές της δασκάλας, που δεν τον άφησαν να εξηγήσει. Οι φωνές του Λούις που έλεγαν "ήθελε να με σκοτώσει, μου το είπε!". Λίγο αργότερα, οι φωνές του άλλου γονέα για τον επικίνδυνο γιο της Μαρίας, και ότι "έτσι ξεκινάνε και γίνονταν βιαστές!". Μόνο όταν μεγάλωσε ο Στράτος έμαθε πως και ο Λούις κουβαλούσε πράγματα που δεν χωρούσαν σε παιδική τσάντα. Αλλά στα πέντε του δεν είχε λόγο να λυπάται κάποιον που του φαινόταν τέρας.
Όχι. Όλα αυτά δεν τον ένοιαξαν.
Ούτε οι φωνές ούτε οι προσβολές. Ούτε το αίμα στο μέτωπο του Λούις.
Το μόνο που σκεφτόταν εκείνη την στιγμή ήταν η μητέρα του.
Που όταν πριν λίγο καιρό της είχε πει ότι περνούσε άσχημα στο σχολείο είχε γελάσει λέγοντας "Σιγά το πράγμα".
Που όταν τον είχε δει να κλαίει του έλεγε ότι τα προβλήματα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στα δικά της.
Που για το σκηνικό του πρωινού εκείνου δεν έκατσε να ακούσει όλη την αλήθεια. Κι ας του έριχνε και πάλι το φταίξιμο.
Με δάκρυα ακόμα στα μάτια, ξαφνικά της γύρισε την πλάτη.
- «Δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη. Και ποτέ δεν πρόκειται να ζητήσω από εσένα. Ό,τι και να κάνεις!» της είπε και έτρεξε στο κρεβάτι του.
Την επόμενη μέρα το πρωί, η μητέρα του τον άφησε στο σχολείο, χωρίς να πλησιάσει πολύ την πόρτα, μην τυχόν και πετύχει την μητέρα του Λούις. Ο Στράτος διέσχισε την καγκελόπορτα, και μπήκε στο προαύλιο. Όλα ήταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κανένα περίεργο κοίταγμα, καμία αλλαγή στην καθημερινότητα.
Κατά το διάλειμμα στο σχολείο, ο Στράτος δεν είχε διάθεση να ζητήσει από κανέναν να παίξει μαζί του. Παρά πήγε στο παγκάκι και κάθισε μόνος του, βλέποντας τα άλλα παιδιά να σχηματίζουν παρέες γύρω του. Όμως δεν ένιωθε όπως περίμενε. Δεν ένιωθε μόνος - σαν να άρχιζε να το συνηθίζει.
Ξαφνικά, ένιωσε ένα χεράκι δίπλα του να αγγίζει το δικό του.
Η Ντανιέλα.
Είχε καθίσει δίπλα του, και προσπαθούσε να του δώσει ένα κομμάτι κέικ. Τον κοιτούσε χωρίς να του μιλάει, τα ποδαράκια της μπρος - πίσω στο παγκάκι.
Ο Στράτος χαμογέλασε. Δέχτηκε το κομμάτι κέικ, το έκοψε στα δύο και της έδωσε πίσω το μισό. Εκείνη έκανε λίγα εκατοστά πιο κοντά του. Το φορεματάκι της άγγιζε το παντελονάκι του.
Έφαγε δύο μπουκιές. Και κατάλαβε πόσο στεναχωρημένος ήταν. Δεν κατάλαβε γιατί, όμως. Όχι ακόμα.
Από τότε και έπειτα, η Ντανιέλα έγινε μία μικρή ανάπαυλα στην ανήσυχη καθημερινότητά του.
Και οι Ντανιέλες της μετέπειτα ζωής του μία ανάπαυλα από την μητέρα του.