7 λεπτα αναγνωσης

Δεν είναι αυτός ο έρωτας

Μία ανέλπιστη βοήθεια.
Δεν είναι αυτός ο έρωτας

Μία ανέλπιστη βοήθεια

Φώτα, μουσική, ρυθμός. Ο εκκωφαντικός θόρυβος πάντα τον ενοχλούσε. Όχι γιατί ήταν δυνατός, αλλά επειδή βασιζόταν και στις πέντε αισθήσεις του για να ανακαλύπτει προβλήματα — ή να προλαμβάνει ατυχήματα.

Ο ρυθμός της μουσικής άρχισε να χαμηλώνει. Κάποιοι από τους θαμώνες αναστέναξαν απογοητευμένοι που θα έπρεπε πλέον να ξεμεθύσουν με τον ήλιο ντάλα.

Είχε ξημερώσει. Άλλη μία βάρδια του Νίκου είχε φτάσει στο τέλος της. Καλή βάρδια. Χωρίς έκτροπα. Καλύτερα έτσι. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να απλώνει χέρι σε επισκέπτες της Νύχτας.

Τους νυχτόβιους δεν τους λυπόταν — γι’ αυτό και πολλοί τον φοβούνταν. Τους ανθρώπους της μέρας όμως τους σεβόταν. Ζούσαν πρωί, είχαν ευκαιρίες στον έρωτα και στην ηρεμία, και μοχθούσαν μία εβδομάδα για να βγάλουν μισθό μιας νύχτας για τον Νίκο. Και μάλιστα φορολογητέο.

Κάποια μέρα, ήλπιζε, θα γινόταν ένας από αυτούς.

— «Σε ευχαριστούμε, φίλε. Ορίστε.»

Μια χειραψία. Ένα μικρό κομπόδεμα.

— «Ξέρεις, μπορείς να πιάσεις δουλειά εδώ. Μόνιμα. Λεφτά στην ώρα τους, αφεντικό που το ξέρεις. Χρειαζόμαστε τύπους σαν εσένα. Απειλητικούς, ικανούς, αλλά ήρεμους. Σπάνιο.»
— «Έχω άλλες δεσμεύσεις. Αλλά ευχαριστώ.»

Ένα βλέμμα κατανόησης.
— «Τα λέμε.»

Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα, αφήνοντας το πρωινό φως να ποτίσει το είναι του. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να συνηθίσει τη λάμψη. Περπάτησε αργά προς τον δρόμο, κοιτάζοντας τους ανθρώπους που κάθονταν στα περβάζια στις άκρες του πλακόστρωτου διαδρόμου της εξόδου.

Μια παρέα αντρών είχε καρφώσει το βλέμμα απέναντι. Σε μια γυναίκα.
Ο Νίκος προσπάθησε να δει: ξανθιά, μακριά πόδια, γυμνασμένη, τακούνια, κοντό παντελόνι, δέρμα αλαβάστρινο. Πλησιάζοντας, κατάλαβε.

Την πλησίασε χωρίς να μιλήσει. Στάθηκε από πάνω της.

Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και του είπε, γεμάτη ζωντάνια:
— «Μη στέκεσαι εκεί ρε Βράχο, κόβεις τη θέα στα παλικάρια απέναντι!»

Έγειρε λίγο δεξιά, έδωσε ένα φιλί στον αέρα προς τους άντρες.

— «Τους πήρες όλους στα λημέρια σου και είπες να ψωνίσεις κι από δω;»
Η Κατερίνα σηκώθηκε και τον κοίταξε γεμάτη εκείνη τη γνώριμη τρέλα.
— «Ναι, χαχα. Η Κατερίνα είναι πουτάνα. Γελάσαμε.»
— «Τι κάνεις εδώ; Δεν σε είδα μέσα στο μαγαζί.»
— «Α ναι, επειδή πηδιόμουν στον πάνω όροφο. Αφού εκεί που είσαι εσύ δεν γαμάει κανείς.»
— «Ναι… ΟΚ.»
— «Α μάλιστα… εσύ χειροτερεύεις!»

Ξεφύσηξε.

— «Απλά περνούσα τυχαία και θυμήθηκα ότι το αμάξι σου είναι στο συνεργείο. Να σε πετάξω σπίτι.»

— «Καλωσύνη σου, Κατερίνα ειλικρινά. Αλλά δεν πάω σπίτι. Θέλω να περπατήσω.»

Τον κοίταξε με δυσπιστία.
— «Μάλιστα…»

Η Κατερίνα έκανε δύο βήματα προς τον δρόμο.
— «Μαζί τότε», του είπε. «Θα πάω εκεί που πας κι εσύ.»
— «Πού δηλαδή;»

Τον κοίταξε και σοβάρεψε.

— «Πουθενά.»

Ζαλίσμένος από το ξενύχτι και τον απότομο ήλιο καθώς ήταν, δεν απάντησε. Κοίταξε όμως τους άντρες που ακόμα καρφώνονταν πάνω στην Κατερίνα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε εκείνον, σαν να τον μέτραγαν. Από την άλλη, εκείνη του έγνεφε με το χέρι σαν να του έλεγε «Άντε, κουνήσου».

Τον νευρίαζε. Αλλά δεν ήθελε να την αφήσει μόνη, κι ας ήταν πρωί.
Ίσως δεν ήταν θέμα προστασίας. Ίσως ήταν θέμα αρχής.
Καμία γυναίκα δεν πρέπει να περπατάει μόνη, συνήθιζε να λέει.

«Πουτάνα», σκέφτηκε. «Με έφερες εκεί που ήθελες».

Κινήθηκε προς το μέρος της και πήρε θέση δίπλα της, καθώς ξεκινούσαν να περπατούν.

Η πρωινή αντηλιά του Σαββάτου έσκαγε στο πρόσωπό του από τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, που με τις κόρνες τους υπενθύμιζαν στους περαστικούς το αυτονόητο: η Αθήνα δούλευε. Ή μπαίνεις στον ρυθμό της ή σε προσπερνά.

Είχαν περπατήσει σχεδόν ένα χιλιόμετρο χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, όταν η ζέστη άρχισε να γίνεται αισθητή στο μέτωπό του. Είχε κοκκινήσει.

— «Έλα», του είπε και τον τράβηξε. «Κάτσε εδώ.»
Τον έβαλε να καθίσει σε ένα παγκάκι δίπλα σε ένα συντριβάνι, κοντά στο κέντρο μίας πλακόστρωτης πλατείας.

Καθώς ο Νίκος κάθισε, κατάλαβε πόσο κουρασμένος ήταν.
Όχι από το ξενύχτι. Από τις φωνές μέσα του.

Η Κατερίνα δεν έχασε καιρό. Δίχως κουβέντα, χάθηκε για λίγο και επέστρεψε με δύο μικρά νερά. Άφησε το ένα στο χέρι του.

Εκείνος έσκυψε μπροστά. Άνοιξε το μπουκάλι, έβρεξε το πρόσωπό του, το έτριψε, και στάθηκε με τους αγκώνες του στα γόνατα.
Η Κατερίνα τον άφησε να βρεί την ανάσα του.

Και τότε, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, παραδέχτηκε κάτι ανοικτά.
— «Είμαι πολύ κουρασμένος.»

Η Κατερίνα έβαλε την παλάμη στον μυώδη σβέρκο του.
— «Το ξέρω.»
Την κοίταξε.
— «Πολύ καιρό τώρα το βλέπω», του είπε. «Αλλά σε δικαιολογώ. Δεν σου το είχα ότι καψουρεύεσαι έτσι. Τώρα που το βλέπω, καταλαβαίνω. Την είχα υποτιμήσει όλη αυτή τη φάση στην αρχή.»
— «Για αυτό ήρθες;»
— «Ήθελα να δω πώς είσαι. Έχεις χαθεί ρε. Και όταν σε βρίσκουμε, χάνουμε το χιούμορ σου. Ανησυχώ. Περνάει ο καιρός… αλλά δεν καλυτερεύεις…»
— «Εσύ, “η Κατερίνα” ανησυχείς για άντρα;» την ειρωνεύτηκε μισογελώντας.
— «Βλέπεις κανέναν άντρα εδώ γύρω, μωρή λουλού;»

Ο Νίκος δεν μπόρεσε να κρύψει ένα μικρό γέλιο. Νευρίασε με τον εαυτό του.
Τον είχε. Και το ήξερε.

— «Εσύ επιμένεις να με συνοδεύεις τα βράδια μέχρι την πόρτα, παρόλο που δεν στο ζητάω. Για τον ίδιο λόγο ήρθα.»
— «Εγώ απλά δεν θέλω να βλέπω γυναίκες μόνες το βράδυ.»
— «Κι εγώ απλά δεν αφήνω μόνους τους φίλους στο σκοτάδι.»
Η Κατερίνα τώρα τον κοίταγε ίσια.
— «Κατερίνα…»
— «Αρκετά», τον διέκοψε. «Νίκο, θέλω να μιλήσεις. Τώρα.»
— «Ωραία.»

Και ο Νίκος παραδόθηκε. «Κάποια στιγμή θα πρέπει να γίνει», σκέφτηκε. «Ας γίνει εδώ».
Οι λέξεις βγήκαν από μέσα του σαν χείμαρρος.

— «Έγινε καπνός. Καπνός! Χωρίς λόγο! Μέχρι την προηγούμενη νύχτα μου έκανε ερωτικές εξομολογήσεις. Και ξαφνικά, την επόμενη έφυγε, άλλαξε κινητό και σπίτι. Το πιστεύει Θεός;»
— «Μπροστά ήμουν, Βράχο. Το πιστεύω.»
Η φωνή του έβγαινε πλέον σαν από κάποιον άλλον.
— «Εγώ δεν μπορώ! Αρχικά νόμιζα ότι της είχαν κάνει κακό. Ότι κάτι συνέβη, κάτι με τον πρώην της, κάτι με το μαγαζί που τραγούδαγε, όλα τα έβαλα στο κεφάλι μου. Και ύστερα μαθαίνω ότι ειναι μια χαρά, απλά σε άλλη πόλη, και ούτε που θέλει επαφές μαζί μου. Γιατί; Σαν γυναίκα πες μου. Γιατί;»
— «Την αγαπούσες τόσο;»
— «Παντού της στάθηκα, και τί δεν έκανα για εκείνη. Και από τη δική της φάρα ήθελα να την ξεμπλέξω. Και με τον μαλάκα τον πρώην της παραλίγο να έχουμε ντράβαλα. Και βρωμοδουλειές έκανα για εκείνη. Εσύ τι λες; Να μην την αγαπούσα; Τι κάθομαι και σου εξηγώ, δεν τα θυμάσαι κι εσύ μωρέ;»

Ξεφύσηξε.
Για πρώτη φορά άκουγε τον εαυτό του να παραπονιέται και δεν του άρεσε. Σιχάθηκε τον εαυτό του. Όμως δεν μπορούσε παρα να νιώσει και μία υποψία αποσυμπίεσης.

Η Κατερίνα μίλησε πρώτη. Καθαρά.
— «Σε θυμάμαι, Νίκο. Δεν θα σου πω τι γνώμη έχω για εκείνη. Την ξέρεις άλλωστε. Ήρθα όμως να σου πω τι πιστεύω για σένα.»
Τον κοίταξε στα μάτια.
— «Και αυτό που πιστεύω είναι ότι είσαι καμένο κορμί.»
— «Γιατί ρε; Επειδή καψουρεύτηκα;»
— «Όχι. Επειδή δεν ξέρεις ποιος είσαι. Ποιος θέλεις να είσαι. Ναι ρε, ερωτεύτηκες — συμβαίνει σε όλους μας. Όμως…»

Χτύπησε ελαφρά τα δάχτυλά της σαν να έψαχνε τις λέξεις.

— «Το είπες και μόνος σου. Άκουσες τον εαυτό σου να λέει πόσο βαθιά στη νύχτα παρασύρθηκες; Πόσο δράμα ανέχτηκες από μια γυναίκα που ούτε η ίδια ήξερε να λύνει τα προβλήματά της και περίμενε εσένα — και γενικά τους γκόμενους — να της τα λύσουν; Και σε παρέσυρε στη νύχτα. Αργά και με νάζι. Ενώ εσύ είχες όρια, εκείνη ήθελε να τα παραβιάζεις. Και την έβλεπα πως χαιρόταν για αυτό!»

— «Πού το πας;»
— «Ότι όταν είσαι με κάποιον πρέπει να σε βοηθάει να βρίσκεις τον εαυτό σου. Να γίνεσαι αυτός που θέλεις. Που εσύ εκτιμάς- όχι ο άλλος.»

Ο Νίκος ακούγοντάς την ένιωσε την κούραση να τον καταβάλλει. Αυτό που μήνες δεν ερχόταν, τώρα τον πλησίαζε.

Η Κατερίνα συνέχισε:
— «Μπορείς να μου πεις, με το χέρι στην καρδιά, ότι σου άρεσε ο εαυτός σου περισσότερο μαζί της; Ότι η ζωή σου πήγαινε μπροστά;»
— «Όχι… όχι, Κατερίνα. Έχεις δίκιο. Αλλά εγώ δεν περιμένω κάποιον άλλον να φτιάξει την ζωή μου. Δεν θέλω μια γυναίκα για αυτό.»
— «Εντάξει - αλλά θες κάποιον δίπλα σου να σε στηρίζει για να βρεις τον εαυτό σου, και όχι να τον χάνεις! Αυτό πρέπει να σου κάνει ο σύντροφος. Όχι να σε κοιτάει στα μάτια, αλλά να κοιτάει στην ίδια κατεύθυνση με σένα.»

Έσκυψε λίγο μπροστά.
— «Το έκανε αυτό εκείνη;»

Ένιωσε το κεφάλι του να βαραίνει. Όχι από την ώρα — από το βάρος που έφευγε.
Σαν να του είχαν λύσει κάτι σφιγμένο μήνες τώρα, χωρίς να το καταλάβει.
Οι ήχοι γύρω του άρχισαν να απομακρύνονται. Το νερό στο συντριβάνι, οι κόρνες, οι φωνές της πόλης — όλα έμοιαζαν να μπαίνουν σε δεύτερο πλάνο.
Το σώμα του χαλάρωνε, προδίδοντάς τον. Έγειρε λίγο μπροστά. Οι ώμοι του έπεσαν. Δεν πάλευε πια να κρατηθεί ξύπνιος.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν χρειαζόταν να είναι Βράχος. Δεν απάντησε.
Χαμήλωσε το κεφάλι.

Σαν από άμυνα, ξεστόμισε τα επόμενα λόγια.
— «Εσύ γιατί δεν ακολουθείς αυτά που λες για τους έρωτες;»

Η Κατερίνα δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε μπροστά της. Όχι μακριά — απλώς κάπου που δεν ήταν εκείνος.
— «Γιατί εγώ δεν μπορώ να ερωτευτώ, Νίκο.»

Χαμογέλασε στραβά.
— «Κάπου στη διαδρομή χάλασα. Και δεν το έφτιαξα ποτέ. Ο έρωτας θέλει να μπορείς να αφεθείς. Εγώ μόνο κρατιέμαι.»
Γύρισε και τον κοίταξε.
— «Αλλά από ζωή ξέρω. Και ξέρω ότι ο έρωτας σε οδηγεί στην ζωή, και όχι το αντίστροφο. Με την Καίτη εσύ τι νομίζεις ότι έγινε;»

Σταμάτησε γιατί έβλεπε τον Νίκο ξαφνικά να ζορίζεται να κρατηθεί στην θέση του. Ο άλλοτε Βράχος, αυτή τη στιγμή δυσκολευόταν να κρατηθεί ξύπνιος - ήταν η ώρα να πληρώσει τα ξενύχτια και τους νυχτερινούς εφιάλτες τόσων μηνών.

— «Ήρθε η ώρα να προχωρήσεις, Βράχο. Αυτή η ιστορία σε χτύπησε άσχημα, αλλά το πόσο θα πονέσεις είναι επιλογή σου.»

Για πρώτη φορά μετά από την γνωριμία τους, η Κατερίνα τον αγκάλιασε, σαν μια αγκαλιά που την χρωστούσε, χωρίς όμως να είχε διάθεση να την ξεπληρώσει πιο πριν. Με ό,τι δυνάμεις του είχαν απομείνει, ο Νίκος σηκώθηκε μαζί της όρθιος.
«Πουτάνα» της είπε γελώντας. Εκείνη του έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά.

Λίγο αργότερα, στον δρόμο για το αμάξι της, ο Νίκος έκανε μία σκέψη.

Όχι - η Κατερίνα δεν του μιλούσε απο θέση ισχύος.
Του μιλούσε από φθορά.

Ιαν 
23, 
'26

"Πρέπει να μιλήσεις"

Δύο φίλοι, ένα μπουκάλι, μία σιωπή έτοιμη να λήξει.

3 min read
Ιαν 
17, 
'26

Ένα Γράμμα Κενό

Μία νυχτερινή διαδρομή

3 min read