3 λεπτα αναγνωσης

"Πρέπει να μιλήσεις"

Δύο φίλοι, ένα μπουκάλι, μία σιωπή έτοιμη να λήξει.
"Πρέπει να μιλήσεις"

Δύο φίλοι, ένα μπουκάλι, μία σιωπή έτοιμη να λήξει.

Δύο άντρες. Ένα μπουκάλι. Δύο ποτήρια· το ένα γεμάτο, το άλλο άδειο.

Ο Νίκος έκανε να ξαναγεμίσει το δικό του.

— «Ήρεμα, φίλε. Έχεις βάρδια σήμερα.»
— «Είμαι καλά», απάντησε, συνεχίζοντας να αδειάζει το μπουκάλι στο σκαλιστό γυάλινο ποτήρι.

— «Είσαι;»

Ο Γιώργος τον κοιτούσε επίμονα. Το είχε ξαναδεί αυτό το βλέμμα. Στον εαυτό του. Παλιά.

Εκείνη η νύχτα στο Χαϊδάρι ήταν ό,τι έπρεπε για να ποτίσει το διαμέρισμα του Γιώργου με μια δροσιά που ελάχιστες καλοκαιρινές νύχτες προσφέρουν. Το διαμέρισμα ήταν ευρύχωρο, το σαλόνι ευάερο. Υπέροχος καιρός.

Η ατμόσφαιρα στο σαλόνι, όμως, αποπνικτική.

Πάει καιρός από τότε που ο Γιώργος ξεκίνησε να βλέπει τον Νίκο να βυθίζει τον εαυτό του σε μια συναισθηματική φορμόλη, εμπλουτισμένη με αλκοόλ, και σιωπή. Το ήξερε καλά — αυτό είναι συνήθως ένα ταξίδι που κάνει μια αντρική ψυχή μετά από μια μεγάλη πληγή.

Καταλάβαινε επίσης ότι χωρίς κάποιον χάρτη —όπως η φιλική βοήθεια— αυτό το ταξίδι δεν έχει επιστροφή. Και χάρτη δεν βρίσκεις αν δεν μιλήσεις. Και μάλιστα πρώτος. Και ο Νίκος δεν μιλούσε καθόλου για αυτό που τον έκαιγε.

— «Είμαι», απάντησε ο Νίκος, σηκώνοντας το ποτήρι στο χείλος του.

Μια γουλιά. Ο λαιμός του τεντώθηκε. Ένας αναστεναγμός κάθαρσης από το αλκοόλ που πότισε τον οισοφάγο. Το γυάλινο ποτήρι κουδούνισε ελαφρά καθώς αφέθηκε στο τραπέζι.

— «Καιρός να μιλήσεις, Νίκο. Έχουν περάσει μήνες κι εσύ επιμένεις να μην ξηγιέσαι.»
— «Σε ποιον;»
— «Σε κάποιον, ρε μαλάκα. Τόσους έχεις γύρω σου. Εμείς τι είμαστε δηλαδή; Εγώ, η Βάνα, η Κατερίνα, η Μαρία. Αγορίνα μου, αυτό που έγινε ήταν απίστευτο. Κι εσύ, αντί να τα σπάσεις όλα, παρηγοριέσαι στο ποτήρι. Μήνες τώρα. Μεταξύ μας λέγαμε “θα περάσει, θα ξεσπάσει”, αλλά… τελικά, αν δεν μιλήσεις, δεν θα περάσει. Στο εγγυώμαι.»
— «Τι να πω, ρε Γιωργή;» είπε ο Νίκος με ένα ύφος παραίτησης.
— «Δεν ξέρεις; Να σου κάνω εγώ την αρχή τότε! Ήσουν καψούρης με την Καιτούλα. Ήσουν άρρωστος για εκείνη και τα είχατε καιρό. Και μια μέρα είχαμε βγει εγώ, εσύ, η Βάνα, η Κατερίνα και η Καίτη. Εμείς οι δυο πήγαμε για τσιγάρα και, όταν γυρίσαμε, η Καίτη άφαντη τάχα μου για δουλειά. Και οι άλλες δυο μας κοιτούσαν σαν χάνοι.»
— «Πάει αυτό, Γιωργή! Το κεφάλαιο αυτό έκλεισε.»
— «Και πώς έκλεισε δηλαδή; Άλλαξε σπίτι, κινητό, καμία επαφή. Τίποτα. Έτσι απλά, χωρίς λόγο, συζήτηση, εξήγηση. Έτσι απλά κλείνει κάτι τέτοιο για σένα; Πρέπει να σου γαμήθηκε η ψυχολογία ρε, κι όμως εσύ ούτε καν το συζήτησες.»
— «Νομίζεις ότι δεν στενοχωρήθηκα;» γρύλισε ο Νίκος.

Ο Γιώργος έσκυψε μπροστά.
— «Νομίζω ότι πέθανες πριν προλάβεις.»
— «Έχεις ερωτευτεί ποτέ, ρε;»
— «Με τη Μαρία δεν είμαι;»
— «Δεν σε ρώτησα αυτό…»

Παύση και σιωπή. Τα παγάκια στο ποτήρι έλιωναν, και ο Γιώργος σχεδόν μπορούσε να τα ακούσει.

— «Ναι. Έχω ερωτευτεί. Πολύ άσχημη κατάσταση, μου είχε σκίσει τα σωθικά. Εκ πείρας μιλάω, λοιπόν — πρέπει να αρχίσεις να μιλάς. Αλλιώς αυτό που νιώθεις —ή δεν νιώθεις— θα γίνει μόνιμο. Πίστεψέ με. Ξέρω. Βρίσε, ρε μαλάκα. Κόπανα, κλάψε, κάνε κάτι. Πάρε την Κατερίνα και πες της ότι είναι πουτάνα, αυτά κάνετε εσείς. Να γελάσεις και λίγο.»

— «Δεν είναι η ώρα για τέτοια. Όχι ακόμα.»

Άλλη μια γουλιά. Το στόμα του Νίκου στράβωσε. Αυτή η τελευταία ήταν δυνατή.

— «Εντάξει, ρε Νίκο, ό,τι πεις. Πάντως ξέρεις πού να μας βρεις. Όλους μας. Όταν θελήσεις να μιλήσεις, εδώ είμαστε.»

Ξαφνικά, το κινητό του Νίκου δόνησε.

Το έφερε κοντά του.

«Πού έχεις χαθεί, βρε ζώον;»

Ο Νίκος χαμογέλασε ασυναίσθητα. Και την επόμενη ακριβώς στιγμή θύμωσε. Ναι — η Κατερίνα το κατάφερνε πάντα αυτό. Με μπηχτές, υπονοούμενα, γλώσσα να τρέχει, και το χάρισμά της να τραβά όλα τα βλέμματα πάνω της — ιδίως τα αντρικά.

Η Κατερίνα με όλους χαβαλέδιαζε, αλλά ο Νίκος πάντα ήταν το επίκεντρο του δηλητηριώδους χιούμορ της. Κυρίως επειδή οι ατάκες της έβρισκαν απέναντί τους τις αιχμηρές, άμεσες απαντήσεις του Νίκου. Δεν υπήρχαν όρια στα αστεία. Και, παραδόξως, ούτε παρεξήγηση.

Κι όμως, τους τελευταίους μήνες την απέφευγε. Το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο θα του έπεφτε πολύ. Ήταν που δεν ήθελε να αφήσει και τις ατάκες της αναπάντητες — θα έχανε πόντους.

Ή ίσως δεν ήθελε να δείξει σε μια γυναίκα ότι πονάει.

Ίσως.

Έβαλε το κινητό στην τσέπη του.
— «Γιωργή, σε ευχαριστώ. Ξεκινάει η βάρδιά μου. Πρέπει να φύγω.»

Φεβ 
03, 
'26

Δεν είναι αυτός ο έρωτας

Μία ανέλπιστη βοήθεια.

7 min read
Ιαν 
17, 
'26

Ένα Γράμμα Κενό

Μία νυχτερινή διαδρομή

3 min read