3 λεπτα αναγνωσης

Ένα Γράμμα Κενό

Μία νυχτερινή διαδρομή
Ένα Γράμμα Κενό

Μία νυχτερινή διαδρομή

Ο Νίκος δεν θυμόταν πότε νύχτωσε.

Ήταν στον δρόμο πολλές ώρες. Περπατούσε στους δρόμους της Αθήνας και κοιτούσε τα μαγαζιά σαν ταξιδιώτης σε ξένη χώρα. Ρούχα, ηλεκτρονικά είδη, γκρίζοι τοίχοι με σκισμένες αφισοκολλήσεις. Και ύστερα, φωτεινές επιγραφές από μπαρ και καφετέριες σε σκοτεινό φόντο.

Η Αθήνα δεν κοιμάται ποτέ.

Η μισή λειτουργεί την ημέρα. Η άλλη μισή ξυπνάει τη νύχτα.

Ο Νίκος μεγάλωσε μέσα σε αυτή. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Η νύχτα είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να παρηγορεί τους μοναχικούς άντρες. Και ο Νίκος ήταν ένας από αυτούς.

Μοναχικός. Όχι μόνος.

Είχε φίλους. Του είχαν βγάλει και παρατσούκλι.

«Βράχος».

Το άκουσε πρώτη φορά πριν από κάνα δίμηνο, όταν εκείνη η βλαμμένη αποφάσισε να ανοίξει το στόμα της και να ασχοληθεί μαζί του για να του σπάσει τα νεύρα, για άλλη μια φορά. Λίγο το παρουσιαστικό του, λίγο το ότι δεν μιλούσε πολύ, ορίστε το παρατσούκλι.

Το έκλεινε ποτέ το στόμα της άραγε;

Μπα.

Δεν βαριέσαι. Από τέτοιες άλλο τίποτα. Τη νύχτα δούλευε. Είχε γνωρίσει όλων των ειδών τους χαρακτήρες. Μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο, η Κατερίνα και η γλωσσοκοπάνα της δεν του ήταν τίποτα.

Συνέχισε να περπατά.

Βήμα αργό, σταθερό, σκεπτικό.

Άλλωστε, εκτός από τη δουλειά που άρχιζε σε λίγη ώρα, δεν είχε πού αλλού να πάει. Στο άδειο του σπίτι τον περίμεναν ένα άδειο ψυγείο και ένα ξέστρωτο κρεβάτι. Και αυτό του αρκούσε. Καμία βιασύνη λοιπόν.

Ποτέ δεν βιαζόταν. Ποτέ δεν είχε λόγο.

Η βιασύνη σε κάνει να ξεχνάς πρόσωπα. Να αγνοείς κινδύνους. Να ακούς λάθος πράγματα. Και στη δουλειά που έκανε, η βιασύνη μπορούσε να σε εκθέσει άσχημα.

Όμως εκείνο το βράδυ δεν ήταν προσεκτικός. Ήταν σκεπτικός.

Οι φωνές στο κεφάλι του δεν ησύχαζαν ποτέ, αλλά μία τον ταλαιπωρούσε εδώ και καιρό: ότι η ζωή του δεν τον χωρούσε πια. Ότι ήταν ξένος για τον ίδιο του τον εαυτό.

Σαν να του είχε στείλει ο κόσμος ένα γράμμα κενό, από άγνωστο αποστολέα. Δεν τον ενδιέφερε τι έλεγε το γράμμα. Μόνο το ότι κάποιος τον θυμήθηκε. Και αυτή την αίσθηση δεν την είχε νιώσει ποτέ του. Ούτε ήξερε από πού ερχόταν τώρα.

Κοντοστάθηκε έξω από μια καφετέρια. Το βλέμμα του παρασύρθηκε σε μια νεαρή παρέα. Δύο ζευγάρια, γύρω στα είκοσι κάτι. Τα αγόρια μιλούσαν μεταξύ τους. Τα κορίτσια κοιτούσαν τα κινητά τους, με πόζες προσεκτικές, τα χείλη ελαφρά σφιγμένα. Ούτε duck face, ούτε πολύ απλά. Να μη φανούν κοινές.

Έβγαλε το δικό του κινητό από την τσέπη. Είχε κουμπιά.

Δεν το καταλάβαινε. Γιατί να είσαι με τον άλλον και να μη του μιλάς; Πώς γίνεται να σε νοιάζει περισσότερο αν θα σε βρει ωραιότερο ο κόσμος από τον άνθρωπο δίπλα σου;

Ίσως εκείνος να ένιωθε ξένος από τον εαυτό του. Εκείνα τα παιδιά ήταν ξένοι μεταξύ τους.

Πολλή μοναξιά.

Το κινητό δόνησε.

Η Βάνα.

«Αύριο βράδυ στης Μαρίας. Εγώ και η Κατερίνα θα πάμε. Θα έχει λαό!»

Η Βάνα ήταν φίλη του. Μυστικοπαθής, δαιμόνια, πρόσχαρη. Και αβάσταχτα ερωτική. Υπήρχαν φήμες για αναρίθμητους συντρόφους, αλλά ο Νίκος δεν γούσταρε τα κουτσομπολιά. Το πίστευε όμως. Η Βάνα ήταν δύναμη της φύσης. Κανείς δεν έμενε ασυγκίνητος.

Εκτός από τον ίδιο.

Δεν ήξερε γιατί. Υποψιαζόταν μόνο ότι το σκοτάδι της, αποτυπωμένο στην όψη της, τον απωθούσε. Αρκετά σκοτάδια είχε ο περίγυρός του. Δεν ήθελε άλλα.

Και, φυσικά, του έφερνε σε επαφή με ανθρώπους που του έσπαγαν τα νεύρα.

Όπως την Κατερίνα.

Κατερίνα. Τι βλαμμένη γυναίκα, σκέφτηκε. Νευρίασε και μόνο στη σκέψη της.

Σήκωσε το κινητό και πληκτρολόγησε την απάντηση.

«Θα έρθω. Τι ώρα;»

Φεβ 
03, 
'26

Δεν είναι αυτός ο έρωτας

Μία ανέλπιστη βοήθεια.

7 min read
Ιαν 
23, 
'26

"Πρέπει να μιλήσεις"

Δύο φίλοι, ένα μπουκάλι, μία σιωπή έτοιμη να λήξει.

3 min read